σακαράκας

ο ирон. вояка;
солдафон (о грубом военном)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Смотреть что такое "σακαράκας" в других словарях:

  • σακαράκας — ο, Ν [σακαράκα] (με ειρωνική σημ.) άξεστος και αγράμματος στρατιωτικός που γελοιοποιείται προβάλλοντας διαρκώς τον εαυτό του …   Dictionary of Greek

  • σακαράκας — ο στρατιωτικός αμόρφωτος και γελοίος, χαντζάρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χαντζάρας — και χατζάρας, ο, Ν (χλευαστ.) σπαθοφόρος, σακαράκας. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαντζάρι / χατζάρι + κατάλ. ας (πρβλ. κεφάλ ας)] …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.